Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009 20:57

Νέος διάλογος με παλιά μυαλά

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Το ασφαλιστικό σύστημα μπορεί να σωθεί με δραστικές παρεμβάσεις.
Ο διάλογος που επιχειρεί να ξεκινήσει η κυβέρνηση Παπανδρέου για το ασφαλιστικό έχει όλα τα στοιχεία για να οδηγηθεί σε ακόμα μία θεαματική αποτυχία. Μόνο που αυτήν τη φορά δεν υπάρχουν τα οικονομικά και δημοσιονομικά περιθώρια για τη συνέχιση του πολύ βολικού διαλόγου μεταξύ κωφών.

Ίδια γεύση

Στο ξεκίνημά του, ο νέος διάλογος έχει την ίδια πολιτική γεύση με ό,τι προηγήθηκε. Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων ζητούν ασφαλιστικές παροχές και κατοχύρωση δικαιωμάτων και προνομίων, ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι βρισκόμαστε πολύ κοντά στην οικονομική κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης καταγγέλλουν τις «αντιασφαλιστικές» επιλογές της νέας κυβέρνησης και τα δύο κόμματα της Αριστεράς προσπαθούν να εμφανίσουν την πολιτική που επιχειρεί να εφαρμόσει η νέα κυβέρνηση σαν απλή συνέχεια της πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης.

Συγκεκριμένα ΜΜΕ και διάφοροι επιτήδειοι που συνδέονται με αυτά κερδοσκοπούν με τα προβλήματα και την αγωνία των ασφαλισμένων, επιτείνοντας τη σύγχυση. Αντιμέτωπος με όλα αυτά, ο αρμόδιος υπουργός κ. Λοβέρδος έχει αρχίσει να δίνει διαβεβαιώσεις ότι δεν δεσμεύεται από τις παρεμβάσεις των Βρυξελλών και πως δεν πρόκειται να θιγούν τα λεγόμενα «ώριμα» και διάφορα άλλα δικαιώματα των ασφαλισμένων.

Προτού καν αρχίσει ο συγκεκριμένος διάλογος, έχουν δημιουργηθεί οι πολιτικές και συνδικαλιστικές προϋποθέσεις για την αποτυχία του.

Ανύπαρκτος θησαυρός

Για να βγούμε από το αδιέξοδο που οι ίδιοι δημιούργησαν, οι πολιτικοί και οι συνδικαλιστές επινοούν έναν ανύπαρκτο ασφαλιστικό θησαυρό.

Ζητούν την πάταξη της εισφοροδιαφυγής, εκτιμώντας ότι μπορούν να αυξήσουν τα έσοδα των ταμείων με αυτήν τη μέθοδο, κατά 6 έως 8 δισ. ευρώ το χρόνο. Πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους που με τις πολιτικές τους αποφάσεις, τις κομματικές τους συναλλαγές και τη συνδικαλιστική, γραφειοκρατική τους αδράνεια πέτυχαν ένα διαχρονικό ρεκόρ εισφοροδιαφυγής, ανάλογο με αυτό που επιτυγχάνει η Ελλάδα στη φοροδιαφυγή.

Μόνο που τα 6 έως 8 δισ. ευρώ που επικαλούνται έχουν σταματήσει προ πολλού να υπάρχουν. Οι ασφαλιστικές εισφορές που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις και στους εργαζόμενους στη χώρα μας είναι εξαιρετικά υψηλές, όπως άλλωστε και η φορολογία νομικών και φυσικών προσώπων. Δημιουργείται, λοιπόν, μεγάλο κίνητρο για εισφοροδιαφυγή, εφόσον οι περισσότερες επιχειρήσεις, και ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες, δεν αντέχουν σε υψηλές ασφαλιστικές επιβαρύνσεις. Η πρώτη κίνηση που πρέπει να κάνει η κυβέρνηση είναι η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των επιχειρήσεων και των εργαζομένων, για να μπορέσουν οι συνεπείς να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και για να περιοριστεί το μη μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων. Διαφορετικά θα πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις η εισφοροδιαφυγή και η όποια προσπάθεια αυστηροποίησης του συστήματος θα οδηγήσει σε μεγάλη πτώση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, νέες απολύσεις και μεγαλύτερο ασφαλιστικό έλλειμμα λόγω υψηλής ανεργίας.

Επομένως, η λύση στο ασφαλιστικό μας πρόβλημα πρέπει πρώτα από όλα να αναζητηθεί στο σκέλος των δαπανών, που αυξάνονται με ρυθμούς που δεν αντέχει το σύστημα.

Φαύλος κύκλος

Ο άλλος ανύπαρκτος ασφαλιστικός θησαυρός έχει σχέση με τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι πολιτικοί και οι συνδικαλιστές που αδυνατούν να διαχειριστούν την κρίση του ασφαλιστικού συστήματος ζητούν συνεχώς μεγαλύτερες κρατικές επιδοτήσεις για να καλυφθούν τα ασφαλιστικά ελλείμματα. Αναφέρονται συνεχώς στους θεσμοθετημένους πόρους και ζητούν την αύξησή τους, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός φαύλου κύκλου ελλειμμάτων, που οδηγεί την ελληνική οικονομία στην καταστροφή. Το μεγάλο ασφαλιστικό  έλλειμμα συμβάλλει στη διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Η ολοένα μεγαλύτερη στήριξη των ασφαλιστικών ταμείων με κονδύλια του προϋπολογισμού γίνεται αντιληπτή από τις Βρυξέλλες και τις αγορές ως αδυναμία προώθησης των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών, στις οποίες βέβαια ανήκει και η ασφαλιστική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα. Αυτόματα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σκληραίνει τη διαπραγματευτική της θέση έναντι της Ελλάδας σε όλα τα ζητήματα μεγάλου διαχειριστικού ενδιαφέροντος και οι πιστωτές μας διεκδικούν ολοένα υψηλότερα επιτόκια δανεισμού για να παραβλέψουν την αδυναμία μας να βάλουμε τάξη στα δημόσια οικονομικά και στο ασφαλιστικό σύστημα.

 

ΠΗΓΗ: CITY PRESS